Η πλήρης αποθέσμιση της χώρας και τρία βήματα για τις πολυπόθητες επενδύσεις

IMGP2372

1. Επτά χρόνια μετά το πρώτο Μνημόνιο εμφανίζονται αιτήματα μονιμοποίησης συμβασιούχων. Ο πρωθυπουργός δεσμεύεται ότι η κυβέρνηση θα προκηρύξει φωτογραφικό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, για να προσληφθούν. Αυτοί και όχι άλλοι. Η ευνοιοκρατία αποθεώνεται.

Ο Υπουργός Άμυνας και κυβερνητικός εταίρος συνομιλεί με κατάδικο, κατευθύνοντάς τον και υποκαθιστώντας τη δικαιοσύνη. Μετά την ταύτιση της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία, έχουμε και την ξεκάθαρη – και κραυγαλέα πια – επιβολή της εκτελεστικής στη δικαστική. Τέτοια συμβαίνουν σε μία χώρα πλήρως αποθεσμισμένη.

Η χώρα οδεύει ολοταχώς και κατά πάσα βεβαιότητα στον όλεθρο. Και δεν μπορεί να τον αποφύγει με τις σημερινές πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα-μαυσωλεία και με το σημερινό πολιτικό προσωπικό. Γιατί ποτέ στην ιστορία ομάδες και οργανισμοί που αποδιάρθρωσαν μία κοινωνία δεν ήταν οι ίδιοι που την ξαναέκτισαν. Με όποιο φτιασίδωμα και με όποιο προσωπείο. Με όποια νομιμοποίηση, συνήθως φαινομενική. Και κυρίως όποια σημαία ευκαιρίας κι αν σηκώσουν. Τα χρόνια της κρίσης η σημαία ευκαιρίας των κομμάτων της κρίσης λέγεται «ανάπτυξη» και «επενδύσεις».

2. Ούτε όμως ανάπτυξη έρχεται ούτε επενδύσεις σε μία χώρα χωρίς θεσμούς και αξιοπιστία. Κυρίως δε σε μία χώρα με ασταθές πολιτικό  και θεσμικό περιβάλλον, διαρκώς μεταβαλλόμενο φορολογικό σύστημα, κακή διοίκηση και αργή δικαιοσύνη.

Γι’ αυτό, αν πράγματι θέλουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό αλλά και να δώσουμε και στους Έλληνες πραγματικές ευκαιρίες για επενδύσεις, οφείλουμε να δώσουμε αυξημένο θεσμικό βάρος, ώστε να πείσουμε πραγματικά τους υποψηφίους επενδυτές ότι το εννοούμε. Οφείλουμε να λειτουργήσουμε στα πλαίσια της συνταγματικής αναθεώρησης – καθώς έχει εξαγγελθεί ότι η επόμενη Βουλή θα είναι αναθεωρητική, έστω και εν μέσω μίας διαδικασίας στα όρια της γελοιοποίησης των θεσμών. Ειδικότερα, προτείνουμε τρία απλά βήματα:

Α) Με την αναθεώρηση του Συντάγματος να προστεθεί διάταξη που να εισάγει ρήτρα χειρότερου φορολογικού συστήματος για τις επενδύσεις. Δηλαδή κάθε επένδυση θα υπόκειται, με συνταγματική προστασία, στο φορολογικό καθεστώς που ίσχυε όταν ξεκίνησε ή σε όποιο ευνοϊκότερο τυχόν ισχύσει στο μέλλον – όχι πάντως σε επαχθέστερο, από το οποίο θα εξαιρείται με τη ρήτρα.

Β) Να συσταθεί ειδικό Κέντρο Προώθησης Επενδύσεων τύπου ΚΕΠ, στο οποίο θα διεκπεραιώνεται το σύνολο της γραφειοκρατικής δουλειάς. Θα είναι υποχρεωμένο εντός μηνός να χορηγεί άδεια, εκτός αν αιτιολογημένα με υπουργική απόφαση χορηγηθεί βραχεία παράταση, διαφορετικά θα τεκμαίρεται ότι η άδεια έχει χορηγηθεί και η επένδυση θα ξεκινά.

Γ) Να εισαχθεί ειδική δωσιδικία για τις επενδύσεις και να συντμηθούν οι δικονομικές προθεσμίες, ώστε  όλες οι δίκες που έχουν σχέση με τις επενδύσεις να προσδιορίζονται εντός μηνός και να τελεσιδικούν υποχρεωτικά εντός εξαμήνου.

Σε όλα αυτά, προκειμένου να πείσει η χώρα μας ότι έχει πλέον πραγματικά τη βούληση να δημιουργήσει φιλικό στις επενδύσεις περιβάλλον, είναι αναγκαία η συμπερίληψη του οικείου άρθρου (π.χ. 106 ή, καλύτερα, προσθήκη νέου ειδικού άρθρου) στις αναθεωρητέες διατάξεις. Μέχρι τότε τα παραπάνω να συμπεριληφθούν σε νόμο του κράτους και να ψηφιστούν χωρίς καθυστέρηση.

3. Τέτοια απλά αλλά αποφασιστικά βήματα και άλλα πολλά χρειάζονται σε όλους τους τομείς της πολιτικής. Αλλά αυτά μπορούν να τα πραγματοποιήσουν μόνο νέες πολιτικές δυνάμεις, αποτελούμενες από ανθρώπους της εποχής, νέους κυρίως σε ηλικία και καινούργιους στην πολιτική, οι οποίοι έχουν τις ειδικές γνώσεις και νιώθουν τους ανέμους της. Από πολιτικές δυνάμεις χωρίς δουλείες και δεσμεύσεις, που σφύζουν από πολιτική υγεία. Μία τέτοια είναι βεβαίως η Δημοκρατική Ευθύνη. Που ιδρύθηκε χωρίς δεδομένη ηγεσία, η οποία προέκυψε από το συνέδριό της. Χωρίς ιδιοκτήτες ή καταπιστευματοδόχους. Που παρουσίασε στο ιδρυτικό της συνέδριο λεπτομερές πρόγραμμα 13 τομέων, που διαρκώς εμπλουτίζεται και ανανεώνεται και στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς τι πρέπει να γίνει και πώς ακριβώς, βήμα-βήμα.

Το ερώτημα γιατί οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να βγάλουν τη χώρα από την κρίση έχει προφανή απάντηση. Όμως τα καινούργια κόμματα δεν μπορούν να πείσουν απλώς γιατί είναι καινούργια. Οφείλουν να δώσουν στους πολίτες τα διαπιστευτήρια και τα εχέγγυά τους. Γιατί οι πολίτες, αργά ή γρήγορα, θα ψάξουν να στηρίξουν το μέλλον της χώρας σε τέτοιες υγιείς πολιτικές δυνάμεις. Η Δημοκρατική Ευθύνη λοιπόν κάνει πολιτική και οργανωτική δουλειά βάσης και αναπτύσσεται σταθερά. Και βεβαίως διαθέτει υπομονή, μέθοδο και αποφασιστικότητα.