Ολόκληρη η ομιλία του Αλέκου Παπαδόπουλου, στο Ελληνο-αμερικανικό επιμελητήριο.

Thumbnail DSC 0649

Ελληνο-αμερικανικό επιμελητήριο, 4 Σεπτεμβρίου 2017, Αθήνα.

 

ΟΜΙΛΙΑ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Η κοινωνική καταστροφή που συντελείται εδώ και επτά χρόνια στην Ελλάδα δεν προήλθε από εξωγενείς παράγοντες ή φυσικά φαινόμενα. Είναι αποτέλεσμα επιλογών δεκαετιών, κυρίως της κρίσιμης δεκαετίας που προηγήθηκε της κρίσης, όταν οι απατήσεις για ρήξεις, τομές και μεγάλες μεταρρυθμιστικές αλλαγές ήταν πλέον επιτακτικές λόγω της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ.

Δυστυχώς το πολιτικό σύστημα, και όλες οι ελίτ, της χώρας αποδείχθηκε ανήμπορο να σηκώσει το ιστορικό βάρος. Νομίζω ότι η διαπίστωση του Μακιαβέλι ότι «η εισαγωγή νέων θεσμών έχει εχθρούς όλους εκείνους που επωφελούνται από τους παλαιούς θεσμούς και έχει χλιαρούς υποστηρικτές όλους εκείνους που επωφελούνται από τους καινούριους» περιγράφει με ακρίβεια την συμπεριφορά της πολιτικής και των άλλων συνυπεύθυνων ελίτ της χώρας.

Η πλάστιγγα του πολιτικού κόστους έγερνε συστηματικά υπέρ της απραξίας και ενάντια στις αναγκαίες αλλαγές των δομών. Η πολιτική ατολμία και ιδιοτέλεια απέτρεψε τις αναγκαίες βαθιές τομές. Η ανεξήγητη αμεριμνησία, η ηθελημένη άγνοια του κινδύνου, τα γνωστικά και ηθικά διλήμματα είχαν αναχθεί σε σύγχρονα και κυρίαρχα πολιτικά δόγματα. Όποιος δε ανησυχούσε και προειδοποιούσε αντιμετωπίζονταν σαν εχθρός και υπονομευτής.

Ωστόσο οι καλοί μαθητές του Μακιαβέλι στο «Εκπαιδευτήριο του Κολωνακίου»  δεν ήταν φαίνεται και τόσο επιμελείς, αφού λησμονούσαν πως «με αυτό συμβαίνει ό,τι οι γιατροί λένε για την φυματίωση: στην αρχή της ασθένειας είναι εύκολο να την θεραπεύσουμε και δύσκολο να την διαγνώσουμε, αλλά μετά την πάροδο του χρόνου, καθώς δεν έχει διαγνωσθεί και θεραπευθεί από την αρχή, γίνεται εύκολο να την διαγνώσουμε αλλά δύσκολο να την θεραπεύσουμε.»

Έτσι, λοιπόν, πορευθήκαμε, δανειζόμενοι για να αγοράσουμε χρόνο και εύνοια. Η ευρεία υποστήριξη των εύκολων αυτών επιλογών δεν ήταν άσχετη με τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που το ίδιο το πολιτικό σύστημα καλλιεργούσε, υπονομεύοντας, όπως αποδείχθηκε, τον ίδιο του τον εαυτό. Από μια άποψη ο λαός διαπαιδαγωγήθηκε αρνητικά και, δυστυχώς, εξακολουθεί και τώρα να υποστηρίζει λανθασμένες επιλογές.

Αν υπήρξαν πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, αφορούσαν μόνο στην πλειοδοσία των παροχών και σε ανούσιες διαδικασίες. Αυτός ο συνδυασμός ήταν το εκρηκτικό μείγμα στη σύγχρονη Ελλάδα, που επέφερε κοινωνικές αλλοιώσεις, γέννησε απληστία, αφυδάτωσε το πολιτικό σύστημα, κατασκεύασε καρπωτές παράνομων και «νομιμοφανών» προσόδων, σώρευσε επιρροή σε παραθεσμικά κέντρα εξουσίας.

Όλα αυτά, μάλιστα, χωρίς αιδώ τα ονομάσαμε “νέα προοδευτικότητα.”

 

Κυρίες και κύριοι,

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας στις αρχές περίπου της μεταπολίτευσης, μεταπέσαμε από την κοινωνία της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας και της αφθονίας. Καθεμιά από αυτές τις περιόδους γέννησε και διαφορετικούς πολιτισμούς και πρότυπα.

Από το 1972 (πετρελαϊκή κρίση) μέχρι τη χρεοκοπία υιοθετήσαμε άκριτα και εφαρμόσαμε ένα οικονομικό μοντέλο, δήθεν, ανάπτυξης, που στηρίχθηκε στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση με στόχο την ενθάρρυνση της κατανάλωσης. Αυτός είναι και ο λόγος που στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ανεχθήκαμε ή και υποδαυλίσαμε την πλήρη σχεδόν αποβιομηχανοποίηση της χώρας ενώ στις μέρες μας παρακολουθούμε ως απλοί παρατηρητές (α) την εξοντωτική, λόγω της κρίσης, αποβιοτεχνοποίηση της χώρας, δηλαδή το τέλος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που επέζησαν τα τελευταία χρόνια με ακριβό παραγωγικό κόστος και κυρίως χάρις στην φοροδιαφυγής και (β) την κατάρρευση του αγροτικού τομέα.

Όταν μάλιστα είχε ξεκινήσει η αποβιομηχανοποίηση, διογκώσαμε τις προβληματικές επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα νομίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο επιλύαμε το πρόβλημα της απασχόλησης. Όλα αυτά τ΄ αποκαλούσαμε “κοινωνική πολιτική.” Ονομάσαμε αναδιανομή του εισοδήματος την διανομή των δανείων και των πόρων της Ε.Ε. Η αναδιανομή θέλει πολιτικό σθένος. Για την διανομή των δανεικών, αρκεί το πολιτικό θράσος και κάποια συστήματα διαφθοράς.

Αντιπολίτευση σ’ αυτή την κυριαρχούσα άποψη και ιδεολογία περί δήθεν αναδιανομής δεν υπήρξε. Ίσως ακούγονταν κάποιες φωνές ορθολογισμού από κάποιους ελάχιστους, συνήθως μεταρρυθμιστές αστούς πολιτικούς. Καμία άλλη φωνή λογικής δεν ακουγόταν στη χώρα. Ούτε από την ευγνωμονούσα συνήθως διανόηση και επιστήμη, ούτε και από τις άλλες ελίτ της χώρας. Όλοι, μηδέ της νομιμόφρονης Αριστεράς εξαιρουμένης, που κάθε αθέμιτο συντεχνιακό αίτημα το έκανε φλάμπουρο της ψευτο-αριστεροσύνης της, πλειοδοτούσαν στην βασική αυτή παράμετρο. Μπορούμε να αναφέρουμε παραδείγματα κάποιων ελαχίστων εξαιρέσεων αλλά δεν έχει νόημα.

Κυρίες και κύριοι,

η χώρα θα σαπίσει, όσο η κοινωνία δεν αντιδρά˙ όσο δεν αλλάζει ριζικά τον ατροφικό χαρακτήρα της σημερινής πολιτικής διαχείρισης˙ όσο ο τόπος μένει ουσιαστικά ακυβέρνητος και όσο δεν αντιλαμβάνεται ότι για να μείνουμε στην Ευρωζώνη πρέπει να αλλάξουμε ριζικά όλες τις λειτουργίες της χώρας˙ όσο η ράτσα μας δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει και τι ακριβώς επιδιώκει.

Το συμπέρασμά μου είναι: Στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξουν όλα και να αλλάξουν από την αρχή.

 

Τι πρέπει να γίνει:

Απαιτούνται συθέμελες αλλαγές για να απελευθερωθούν οι δυνάμεις της οικονομίας αλλά και η ίδια η κοινωνία από τα στερεότυπα που την διατηρούν καθηλωμένη. Δεν είναι καιρός για δισταγμούς και καιροσκοπισμούς. Δεν συμφωνώ επίσης μ’ όσους προτείνουν, προφανώς από πολιτική αδυναμία, τον δρόμο των χαμηλών και σταδιακών μεταρρυθμίσεων. Κατά τη γνώμη μου, οι βραδείες μεταρρυθμίσεις σπανίως επιτυγχάνουν το σκοπό τους, γιατί στην πορεία εκφυλίζονται.

Σε περιόδους κρίσης, η πολιτική αρετή επιβάλλει ότι όταν πρέπει να πάρεις μέτρα σοβαρά, να μη διστάσεις να τα πάρεις αμέσως και ολοκληρωμένα. Ν’ αδιαφορήσεις για τα τυχόν σε βάρος σου αναθέματα της πολιτικής δημοκοπίας, έστω κι αν γνωρίζεις ότι είναι πιθανόν μετά να εξοστρακιστείς. Επίσης, αν πρέπει να λάβεις μέτρα επώδυνα, πρέπει πρώτα να τα πιστεύεις για να μπορείς και να τα εφαρμόσεις.

Ο τραγικός ρεαλισμός της ιστορίας λειτουργεί ερήμην των βραδυπορούντων.

 

Κυρίες και κύριοι,

Στην Ελλάδα, επαναλαμβάνω, πρέπει να αλλάξουν όλα από την αρχή. Είναι όμως εύλογο όλοι να ρωτούν πλέον, τι πρέπει να κάνουμε για να ξεφύγουμε από την βαθιά οικονομική κρίση, που ενέσκηψε στη χώρα:

 Να ενεργοποιηθούν οι πρωτοπόρες δυνάμεις της κοινωνίας μας, που προέρχονται από έναν καινούριο κόσμο που γεννιέται μέσα από την κρίση. Από τον χώρο των νέων επιχειρηματιών, από τον χώρο τον πνευματικό, από τον χώρο τον επαγγελματικό, από τον χώρο τον επιστημονικό , από τον χώρο τον εργασιακό, από τον χώρο τον αγροτικό, από τον χώρο, εν γένει, τον κοινωνικό, για να διαλύσουν τους μύθους, να ρίξουν τις λεοντές, να αποκαλύψουν αλήθειες και πραγματικότητες και να απαλλάξουν τη χώρα από τις συσκοτισμένες δυνάμεις της αδράνειας, της ιδιοτέλειας, της δημοκοπίας και του παραπλανητικού λαϊκισμού. Να θεμελιώσουν ένα διατηρήσιμο και αξιοπρεπές μέλλον και στη θέση του, καινούριες δυνάμεις με άλλες αντιλήψεις και κουλτούρα, καινούριοι άνθρωποι που δεν κουβαλούν ευθύνες και ημαρτημένα του παρελθόντος, να πάρουν στα χέρια τους τη χώρα. Είναι οι άνθρωποι της εποχής, οι οποίοι όμως κινούνται και πέραν αυτής.

Να προωθήσουν επιτέλους την ολοκλήρωση της αστικής μας δημοκρατίας, την δημιουργία ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού κράτους, μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας και προοπτικής. Τόσο απλή ιδέα, τόσο αληθινή και αναγκαία και καθόλου μεγάλη! Να την κάνουν συναίσθημα και πεποίθηση που θα συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις του λαού μας.

Ο ελληνισμός πρέπει να παύσει να εξελίσσεται ως το ιστορικό καθυστέρημα της Ευρώπης.

Η Ελλάδα πρέπει το συντομότερο να καλύψει την ιστορική της καθυστέρηση απέναντι στην Ευρώπη.

Να προχωρήσουμε με ευρείας εκτάσεως ανελέητες μεταρρυθμίσεις στην ριζική αναθέσμιση της χώρας και στην διοικητική της αναστήλωση.

Να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να ξεκολλήσουμε από το τέλμα στον οποίο οδηγήθηκε ο μεταπολιτευτικός κοινοβουλευτισμός. Να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας που διαταράχθηκε με την αναθεώρηση του 1986, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε πλήρη αποδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και υπέρμετρη ενίσχυση του Πρωθυπουργού.

Είναι γνωστό ότι έκτοτε κυριάρχησε με την επίκληση ενός «γνησίου» κοινοβουλευτικού συστήματος ένα άκρως προβληματικό, και ενίοτε προσβλητικό, πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο, χωρίς αντίβαρα, ελέγχους και ισορροπίες με κύρια χαρακτηριστικά την πολιτική υποβάθμιση της Βουλής και την σχεδόν ολοκληρωτική θεσμική κατάρρευση της χώρας. Ζούμε μια διαρκή και συνολική παρεκτροπή του κοινοβουλευτισμού, η οποία έχει δυστυχώς τόσο πολύ ταυτισθεί με την πορεία του τόπου προς την καταστροφή ώστε να μην είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί με ημίμετρα και εμβαλωματικές λύσεις. Απαιτείται αντίθετα, μια θαρραλέα και ριζοσπαστική αντιπαράθεση με όλες τις παθογένειες του ισχύοντος κοινοβουλευτικού κακεκτύπου, με όλες τις κακοήθεις στρεβλώσεις των θεσμών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το σημερινό, κλυδωνιζόμενο συθέμελα, του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αυτό μπορεί να γίνει με την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και τον τρόπο εκλογής του προέδρου της δημοκρατίας, με ένα νέο εκλογικό σύστημα που να διασφαλίζει στην χώρα πολιτική ευστάθεια, με την συνταγματική αποτροπή των ενδιάμεσων εκλογών, την καθιέρωση δευτεροβάθμιου νομοθετικού σώματος κλπ.

Όλοι μιλούν για την πολυπόθητη ανάπτυξη. Για να έρθει πρέπει πρώτα να οικοδομήσουμε με εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις τις προϋποθέσεις για να επέλθει ανάπτυξη. Μια βασική προϋπόθεση είναι η εκ βάθρων αλλαγές στο διοικητικό σύστημα της χώρας.

 

Θέλουμε μια δημόσια διοίκηση που θα διοικεί μόνο τον εαυτό της ή μια δημόσια διοίκηση που θα διοικεί την ανάπτυξη της χώρας;

Η απάντηση είναι ότι θέλουμε μια δημόσια διοίκηση που θα μπορεί να διεκπεραιώνει σύνθετα, απαιτητικά και ανταγωνιστικά προγράμματα εκσυγχρονισμού της χώρας. Μια δημόσια διοίκηση στην οποία θα υπηρετεί ένας σύγχρονος τύπος δημοσίου υπαλλήλου.

Με αφορμή, λοιπόν, μια συζήτηση που δεν έχει δυστυχώς αρχίσει ακόμη, και φοβούμαι για ιδιοτελείς λόγους αυτών που έχουν την ευθύνη να την ξεκινήσουν, για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, τίθεται επιτακτικά το ζήτημα ενός ολοκληρωμένου σχεδίου με στόχο την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του διοικητικού συστήματος. Έχουμε την ανάγκη την εισαγωγή σύγχρονων διοικητικών συστημάτων τόσο στα υπουργεία όσο και στην καθ’ ύλη και κατά τόπους αποκεντρωμένη διοίκηση. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο με το διοικητικό μοντέλο που υιοθετήσαμε και σχεδόν μένει ανέπαφο από το τέλος του 19ου αι. Δεν μπορεί, λ.χ., τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία της χώρας να λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου βάσει ενός Βασιλικού Διατάγματος του 1956. Δεν μπορεί να συνεχίσει η ελληνική δημόσια διοίκηση με απολιθωμένες δομές στην συγκρότησή της, με εισηγητές, τμηματάρχες, υποδιευθυντές κλπ. Σήμερα σε όλο τον κόσμο καθιερώθηκαν και λειτουργούν συστήματα ολικής ποιότητας, ομάδες διοίκησης έργου και ολιστικές διαδικασίες. Ενδεικτικά απαιτούνται, το συντομότερο δυνατό, επιτελικά υπουργεία στην θέση των σημερινών που παράγουν μόνο πολιτικές και τίποτε άλλο. Αυτά θα στελεχώνονται με ολιγάριθμο και εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, όπως συμβαίνει σε όλο το σύγχρονο κόσμο, μηδέ της Αλβανίας και Βουλγαρίας εξαιρουμένων.

Θέλουμε βαθιές πολιτικο-διοικητικές τομές με την δημιουργία ανεξάρτητης αρχής που θα έχει σκοπό την αξιολόγηση και παρακολούθηση όλων των διοικητικών φορέων. Να οργανωθούν συνταγματικά συγκεκριμένες διαδικασίες εκπόνησης χωροταξικού σχεδίου ώστε να διασφαλισθεί η κοινωνικά προσανατολισμένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη σύμπραξη όλων των δυνάμεων της χώρας στην προοπτική μιας σταθερής ανάπτυξης. Να μετατραπούν τα ΚΕΠ σε ολοκληρωμένα τοπικά διοικητικά κέντρα που θα διεκπεραιώνουν αποκλειστικά όλες τις υποθέσεις των πολιτών.

Να καθιερωθεί νέο νομικό καθεστώς για το διοικητικό προσωπικό της χώρας όσον αφορά την φύση των συμβάσεων πρόσληψής τους στο δημόσιο. Να απεμπλακεί το Ελεγκτικό Συνέδριο από τα δικαστικά του καθήκοντα ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα με ριζική αναβάθμιση του ρόλου και των λειτουργιών του στα καθοριστικής σημασίας ελεγκτικά του καθήκοντα, όπως συνέβη στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Πρέπει να προσελκύσουμε ξένες παραγωγικές επενδύσεις για να επιβιώσει η οικονομία. Γι΄ αυτό να νομοθετήσουμε από τώρα και να κατοχυρώσουμε με το Σύνταγμα ότι: όσες επιχειρήσεις επενδύουν στην χώρα μας θα υπάγονται στο εκάστοτε ισχύον φορολογικό καθεστώς. Εάν το φορολογικό καθεστώς χειροτερεύσει, θα εξακολουθεί να ισχύει το φορολογικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της επένδυσής τους. Εάν πάλι γίνει το φορολογικό καθεστώς ευνοϊκότερο, τότε θα υπαχθούν στο ευνοϊκότερο. Τόσο απλά! Επίσης θα πρέπει να καθιερωθεί ειδική δωσιδικία για την γρήγορη επίλυση των όποιων δικαστικών διαφορών τους. Τέλος θα χορηγείται ή θα απορρίπτεται η άδεια λειτουργίας το αργότερο σε έξι μήνες από την υποβολή της αίτησής τους υποχρεωτικά με ευθύνη των ελληνικών αρχών.

Ριζικές ανατροπές στην απαρχαιωμένη διοίκηση του συστήματος υγείας και του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι αυτονόητες οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν στην αγορά εργασίας και πάνω απ΄ όλα οι διαρθρωτικές αλλαγές στο θνησιγενές ασφαλιστικό σύστημα. Να ολοκληρωθούν οι αποκρατικοποιήσεις (ΔΕΗ, ΛΑΡΚΟ, συγκοινωνίες, κλπ.) και ό,τι άλλο έχει απομείνει στην διοίκηση του ελληνικού δημοσίου. Υπάρχει και μια πλειάδα άλλων παρεμβάσεων, λ.χ. στο πεδίο των δημοσιονομικών δαπανών του κράτους και άλλων εκφάνσεων της δημόσιας ζωής και της οικονομικής δραστηριότητας, προκειμένου να ξαναζωντανέψει η αποξηραμένη οικονομία μας, μία οικονομίας που το 90% του σημερινού ΑΕΠ συγκροτείται από την δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση. Αυτό σημαίνει απλά ότι αυτή η οικονομία θα αποθάνει χωρίς επενδύσεις.

 

Κύριες και κύριοι,

Πλανάται το ερώτημα: Θα γίνουν τελικά μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα;

Είτε ομαλά είτε μετά από γεγονότα οδύνης, που απεύχομαι, μεταρρυθμίσεις θα γίνουν. Έτσι γίνεται πάντα σε κοινωνίες που επιθυμούν να επιβιώσουν. Οι λαοί τελικά, ανακαλύπτουν μοναχοί, με το αισθητήριο τους το αλάθευτο, την αξία του ηθικού θησαυρού και τον αγκαλιάζουνε χωρίς να περιμένουν τη γνώμη των σοφών και των δημοκόπων.

Και το πιο σπουδαίο. Ο απλός Έλληνας, το αθώο πλήθος, θα έχει σύντομα ζυγαριά σφραγισμένη από την πραγματικότητα για να ζυγίζει τις ανιδιοτελείς φιλοδοξίες που θα προβάλουν εφεξής μπροστά του με εκείνες των οδηγών της ήττας του.

Μήπως άραγε η κρίση που περνάμε μετεξελίχθηκε σε παρακμή;

Αν ναι, τότε οι νεότερες γενιές έχουν ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να ενταχθούν σε αυτή την ιστορία. Βρισκόμαστε ακόμη στα τελευταία κατάλοιπα της ραδιενέργειας που έχει εξαπολύσει ανάμεσά μας το πάθος του λαϊκισμού. Όταν η ακτινοβολία πέσει, και κρυώσει η ελληνική ατμόσφαιρα ολότελα, τότε θα αρχίσει να ομιλεί και να δρα η αληθινή ιστορία. Στην ψυχή των πολλών δεν θα μείνει αμφιβολία για την ετυμηγορία της. Οι πάντες θα κριθούν για όσα δεινά έχουν σωρευθεί στον τόπο. Και αρκετοί δεν θα κριθούν μόνο από την ιστορία.

Να γνωρίζουν κάποιοι ότι όσο παραπλανημένο και αν είναι το λαϊκό αισθητήριο για κάποια περίοδο, τελικά έχει τους δικούς του νόμους. Οι αποφάσεις του δεν περνάνε από ακαδημίες, βιβλιοθήκες και αρχεία. Είναι αποφάσεις «ελέω λαού» και παρά τη σημερινή κατάσταση ενός «πάντα ευφυούς λαού».

Πρέπει το συντομότερο να αναπλάσουμε τα ρεύματα του πολιτικού μας βίου με καινούριες ροές. Δυστυχώς συνεχίζεται ένα κλίμα πολιτικής απάθειας, σχεδόν αδιαφορίας, για τα κοινά. Οδηγούμαστε στην αμοιβαδοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, στην υπερθέρμανση του ατομισμού και στην άμβλυνση της συλλογικής προσπάθειας, πράγμα που είναι ολέθριο για το μέλλον της χώρας.

Ο δρόμος με τον οποίο μπορεί να αποκτήσει κάνεις τη λαϊκή εμπιστοσύνη δεν είναι ο δρόμος της κολακείας των παθών ή των πλάνων του λαού αλλά ο δρόμος της συνεχούς διαπαιδαγώγησης δια του παραδείγματος, δια της αλήθειας την οποίαν πρέπει να υπερασπίζεται ο πολιτικός, οσοδήποτε πικρή και αν είναι.

Οι μάζες πρόσκαιρα μεν αλλά όχι για πάντα σύρονται με τα μέσα «μαγγανείας» από τους πολιτικούς τους ταγούς. Οι λαοί διαθέτουν λεπτά αισθητήρια για να ζυγίζουν τους αρχηγούς τους. Δεν απατάται και δεν εξαπατάται ο λαός για πάντα.

Κυρίες και κύριοι,

Ο μεταρρυθμιστικός δρόμος είναι δύσκολος. Οι μεταρρυθμίσεις για να αποδώσουν και να μην εκφυλιστούν, όπως συνήθως γίνεται, δεν αρκεί να ψηφιστούν από την βουλή. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να κουβαλούν μέσα τους πολιτικό σθένος, βολονταρισμό, αυτοπειθαρχία και πάνω απ’ όλα να είναι συγκροτημένες σε επιχειρησιακό πρόγραμμα εφαρμογής, με έλεγχο αποτελεσμάτων και εξειδικευμένα και χρονοστοχευμένα υποπρογράμματα. Να επανεκτιμούνται και να ελέγχονται συνεχώς. Να διοικούνται από ομάδες διοίκησης έργων σύγχρονου τύπου και να μην αφήνονται στο έλεος της πολιτικής αβελτηρίας ή στην διάθεση της αδράνειας της δημόσιας διοίκησης. Όλα αυτά είναι ένα μπόλιασμα μιας διαφορετικής πολιτικής άποψης στην ελληνική κοινωνία. Θα αποδώσει καρπούς, και έχω στέρεα πεποίθηση γι’ αυτό˙ αρκεί ο λαός μας να παραμένει αταλάντευτος και με σταθερή τη συλλογική απόφαση για διάσωση της χώρας.

Η αναγεννησιακή ορμή και οργή που έχει ανάγκη ο τόπος μας είναι κρυμμένη στις ψυχές κυρίως των νεότερων γενεών, νοουμένη ως πνευματική κατάσταση και όχι μόνο ως βιολογική

Η γενιά η δίκη μου εκτός από την ενθάρρυνση τέτοιων προσπαθειών, λίγα πράγματα μπορεί να προσφέρει ακόμη στη χώρα. Βέβαια εύλογα, πολλοί αντιδρούν σε αυτό, αλλά την κοινωνία πρέπει να την αφήνουν αδιάφορη τα προσωπικά όνειρα και οι καριέρες του καθενός μας.

Πρέπει να γίνουν αποφασιστικές αλλαγές ως προς τον χαρακτήρα της σύγχρονης τάξης πραγμάτων στη χώρα.

Η χώρα θα περάσει δύσκολα χρόνια. Πολλοί πιστεύουν ότι φέτος θα περάσουμε τον τελευταίο σχετικά εύκολο χειμώνα. Για να αντέξει θα απαιτηθεί να υιοθετηθεί από την ελληνική κοινωνία υψηλό επίπεδο πειθαρχίας για να ξαναστήσει μια ανταγωνιστική και παραγωγική οικονομία και να αναζωογονήσει τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, στη βάση του αναγκαίου ορθολογισμού αλλά και ενός νέου ανθρωπισμού, που πρέπει να ξαναδιαπεράσει το κοινό ευρωπαϊκό όραμα για να παραμείνει όρθιο.

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η χώρα θα σωθεί μόνο με τις δικές της δυνάμεις. Τις δυνάμεις τις ελληνικές, που θέλουν να δράσουν, να γίνουν πρωτοπόροι για την εθνική μας αξιοπρέπεια.

Ευχαριστώ.