Tα νταούλια σωπάσαν – Άρθρο του Προέδρου της Δημοκρατικής Ευθύνης, Βασίλη Παυλίδη, στο anoixtoparathyro.gr

Thumbnail Image1

Δυστυχώς στον τόπο βαθαίνει και πλαταίνει ολοένα, η γενικευμένη παρακμή και η αίσθηση αδυναμίας να διατηρηθούν τα στοιχειώδη στους περισσότερους τομείς της καθημερινότητας. Η οικονομία της χώρας, η αληθινή οικονομία, κάθε μέρα βουλιάζει. Οι άνθρωποι συνεχίζουν μαζικά να μεταναστεύουν, ουσιαστικά διωγμένοι από την χώρα τους. Οι θεσμοί ευτελίζονται και περνούν σε κατάσταση ανυποληψίας στις συνειδήσεις τωνπολιτών. Η διάκριση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας ήταν πάντα ιδιαίτεραπροβληματική και εσχάτως το ίδιο νοσηρή έγινε και η σχεση της εκτελεστικής με τη δικαστική εξουσία. Οι κρίσιμοι τομείς της παιδείας, της υγείας, της εργασίας και του ασφαλιστικού υποβαθμίζονται προϊόντος το χρόνου και η κατάστασή τους κυρίως πλήττει τους πιο αδύναμους.

Την ίδια ώρα αληθινή πρόταση για το μέλλον της χώρας δεν καταθέτουν τα σημερινά κοινοβουλευτικά κόμματα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η τελευταία από την οποία οι πολίτες περιμένουν ο,τιδήποτε καθώς τα δυόμισι χρόνια εξουσίας είναι σίγουρα μοναδικά σε πλήθος αποτυχιών μα και ψευδών υποσχέσεων, όμως από την άλλη πλευρά και η αντιπολίτευση και κυρίως η αξιωματική, αδυνατεί να αρθρώσει πραγματικό πολιτικό λόγο που να περιέχει πρόταση για το αύριο. Η Ν.Δ. προτείνει ένα και μόνο πράγμα: Εκλογές. Ως εκεί φτάνει το ύψος της ευθύνης της. Καμία προοπτική. Ισως αυτό βέβαια να εμπεριέχει και μια τίμια αίσθηση αυτογνωσίας. Ως εκεί μπορούν.

Κι ενώ η χώρα μαραζώνει κάθε μέρα και περισσότερο, όλος ο καυγάς, των παλιάς λογικής κομμάτων γίνεται, για το τι έλεγαν και τι δεν έλεγαν τα μεγαλοστελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πίσω από κλειστές πόρτες αλλά ταυτόχρονα πίσω και πάνω στις πλάτες των Ελλήνων, σύμφωνα με τις ηχογραφημένες συνομιλίες του πιο αποτυχημένου και αναξιόπιστου υπουργού οικονομικών που γνώρισε ο τόπος τα τελευταία χρόνια. Και είναι σχεδόν παρανοϊκό πώς άλλαξαν οι όροι. Δυο χρόνια μετά την εποχή που μεσουρανούσε ο Γιάνης Βαρουφάκης στην πολιτική σκηνή και κάθε Συριζαίος έπινε νερό στ’ όνομά του, ενώ κάθε μη Συριζαίος τον θεωρούσε ό,τι χειρότερο υπήρξε ποτέ στην πολιτικό γίγνεσθαι, σήμερα λόγω των «αποκαλύψεων» οι όροι αντιστράφηκαν εντελώς. Δήθεν σοβαροί και μετριοπαθείς πολιτικοί και αναλυτές, παίρνουν τοις μετρητοίς ακόμα και τα σημεία στίξης του βιβλίου του ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ αντιδρά με πλήρη απαξία θεωρώντας ανούσιο ν’ ασχοληθεί με τούτο τον τύπο.

Κι η χώρα; Μα ποιος νοιάζεται; Η χώρα αποκλεισμένη από την κανονικότητα της διεθνούς οικονομίας εδώ και οκτώ σχεδόν χρόνια, βλέπει την κυβέρνηση να διατυμπανίζει την έξοδο στις αγορές ενώ έχει προηγηθεί μηδενική προετοιμασία. Αντιθέτως, ενώ έχει κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να μεγιστοποιήσει την αναξιοπιστία της οικονομίας. Η έκθεση του Δ.Ν.Τ., ξέρετε, αυτό που με τηλεφωνήματα και επιστολές παρακαλάνε οι πρωθυπουργοί και υπουργοί μας να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα, λέει πως το χρέος παραμένει εξαιρετικά μη βιώσιμο, οι τράπεζες θα χρειαστούν δέκα δισεκατομμύρια αλλά ίσως και να μη φτάσουν και τελικά, αν συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο, το τέταρτο ή πέμπτο μνημόνιο, αναλογα με το πώς μετράει κανείς, το έχουμε στο τσεπάκι μετά τον Αύγουστο του 2018.

Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τους πολιτικούς, δεν εμπιστεύονται τα κόμματα. Δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς ή τους νόμους. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πλέον ούτε καν τους συμπολίτες τους. Εχουμε περάσει σε μια νέα αποπολιτικοποίηση των ανθρώπων, σε μια νέα φάση ιδιωτείας και απάθειας.

Με τέτοια έκθεση, η ποσοτική χαλάρωση περνά στη σφαίρα του φανταστικού, ενώ μια αληθινή έξοδος στις αγορές και όχι μια ευκαιριακή για τα μάτια του κομματικού κόσμου μας, αναβάλλεται επ’ αόριστον. Ακόμα κι αν για μια και μοναδική φορά βγήκαμε στις διεθνείς αγορές ομολόγων, ίσα ίσα για να έχει να συγκρίνεται ο Τσίπρας με τον Σαμαρά, είναι μια πράξη αποκλειστικά επικοινωνιακή χωρίς κανένα δημοσιονομικό όφελος και κανένα πολιτικό βάθος, που δεν αποκλείεται μακροπρόθεσμα να είναι ως και βλαπτική εφόσον η χώρα δεν αποφασίζει ποιο δρόμο θέλει να περπατήσει. Οι αγορές μα όχι μόνο, κυριώς οι κυβερνήσεις των άλλων κρατών, ίσως και κρίσιμες αριθμητικά μάζες ευρωπαίων πολιτών πλέον, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην Ελλάδα και τους Ελληνες. Κι ακόμα παραπέρα. Το ζήτημα της εμπιστοσύνης είναι το κεντρικό πρόβλημα της χώρας μας πλέον. Είναι κρίσιμο και αν δεν αναταχθεί, ο χρόνος τελειώνει. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν θαρρώ.

Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τους πολιτικούς, δεν εμπιστεύονται τα κόμματα. Δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς ή τους νόμους. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πλέον ούτε καν τους συμπολίτες τους. Εχουμε περάσει σε μια νέα αποπολιτικοποίηση των ανθρώπων, σε μια νέα φάση ιδιωτείας και απάθειας. Η γενικευμένη παρακμή ξεκινά από το πολιτικό σύστημα, το συντεχνιακό και οικογενειοκρατικό πολιτικό προσωπικό που είναι κατώτερο των περιστάσεων, από τις πολιτικές πρακτικές που μας έφεραν ως εδώ, που εξακολουθούν να μας κυβερνούν και διεκδικούν να μας κυβερνήσουν και αύριο απλώς και μόνο γιατί αλλάζουν που και που τη βιτρίνα τους. Το περιεχόμενο όμως παραμένει ίδιο. Νοσηρό, βαθιά συντηρητικό και απολύτως ακατάλληλο για την ιστορική στιγμή της χώρας.

Πρέπει να τελειώνουμε με τους κακώς εννοούμενους, επαγγελματίες πολιτικούς που είναι ξεκάθαρο ότι δε νοιάζονται για τον τόπο. Η Ελλάδα πρέπει τώρα και όχι αργότερα να κάνει το τολμηρό βήμα. Τώρα και όχι αργότερα οι Ελληνες να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, δίνοντας τη δυνατότητα σε ανθρώπους της εποχής μας, σε ανθρώπους μιας άλλης νοοτροπίας από αυτήν που έχουμε συνηθίσει, σε ανθρώπους που μπορούν να πάρουν την ευθύνη του παρόντος και του μέλλοντος, το δικαίωμα να δράσουν και να ορίσουν την κατάσταση. Την χώρα από το τέλμα στο οποίο ολοένα και βυθίζεται, θα τη βγάλουν υγιείς πολιτικά άνθρωποι που ανήκουν στην εποχή. Που αντιλαμβάνονται τους καιρούς και νοιάζονται για την κοινή προκοπή αντικρίζοντας με σθένος το μέλλον. Οσο πιο σύντομα γίνει αυτό το άλμα στην επόμενη μέρα με τους αντίστοιχους ανθρώπους και λογικές, τόσο πιο σύντομα θα αναταχθεί η κατάσταση.

Οι πεπατημένες οδοί τελείωσαν ανεπιστρεπτί όπως και τα κόμματα που τις εξέφρασαν. Υπάρχουν μόνο οι μνήμες και τα κομματικά φαντάσματα που, αποκλειστικά για ίδιον όφελος, δε θέλουν δώσουν χώρο στην επόμενη πολιτική γενιά. Μα μόνο η επόμενη πολιτική γενιά, μονό μια διαφορετική πολιτική αντίληψη μπορεί να χαράξει το νέο δρόμο που χρειαζόμαστε. Ας το τολμήσουμε.